Θέατρο Γ΄ - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας
Περάστε τον κέρσορα πανω από την εικόνα
ή κάντε click για να μεγεθύνετε.

Θέατρο Γ΄ - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας

Νίκος Καζαντζάκης

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

«Γράφτηκε στο διάστημα Μάη-Ιούλη 1944 στην Αίγινα και πρωτοπαίχτηκε απ’ το Εθνικό Θέατρο το Μάρτη 1946. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύτηκε απ’ τις εκδόσεις Ν. Αλικιώτη.
 
»Είναι μια απ’ τις πιο ολοκληρωμένες τραγωδίες τού Νίκου Καζαντζάκη κι απ’ τα πιο ενδιαφέροντα έργα τού νεοελληνικού δραματολογίου. Χωρίζεται σε τρία μέρη με διαφορετικό σκηνικό χώρο κι είναι γραμμένη σε δεκατρισύλλαβο στίχο στο μεγαλύτερο μέρος της, ενώ τα χορικά τού χορού των γυναικών σε ενδεκασύλλαβο με μικρές εναλλαγές. »Η ψυχολογία τού ήρωα είναι κι εδώ όπως και στα άλλα έργα: Ξέρει απ’ τα πριν το τέλος του, αλλά δεν προσπαθεί να το αποφύγει. Αντίθετα βαδίζει με πλήρη συνείδηση σ’ αυτό, καταξιώνοντας έτσι την ελευθερία του.»
 
(Από το άρθρο τού Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» 
στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)

 Ας δούμε τι γράφει για τον ήρωα αυτής της τραγωδίας ο ίδιος ο δημιουργός της, ο Νίκος Καζαντζάκης:

«Ο Καποδίστριας είναι μια πολυσύνθετη τραγική μορφή τής νέας ιστορίας μας, που άναψε πολλά πάθη, ξεσήκωσε πολλούς φίλους κι οχτρούς κι ακόμα δεν μπόρεσε να κατασταλάξει σε μιαν αρμονικήν ενότητα. Ήταν μια ασκητική υψηλή φυσιογνωμία που κατέβηκε στην αναρχούμενη Ελλάδα για να βάλει τάξη. Ήξερε πως είναι δύσκολο να μερώσει τόσα και τέτοια θεριά, να χορτάσει τόσων χρόνων βουλιμίες και να μετουσιώσει την ασύδοτη ελευτερία σε πειθαρχούμενο Κράτος. Ήξερε καλά πως σαν τους άγιους μάρτυρες κατεβαίνει στο λάκκο των λεόντων· μα δε δίστασε, γιατί αγαπούσε την πατρίδα και πίστευε στη θαματουργική δύναμη του φωτισμένου νου.»Κατέβηκε στο λάκκο των λεόντων, στην Ελλάδα, κρατώντας, από την τσαρική παράδοση, από την ατομική του ιδιοσυγκρασία κι από ιστορικήν ανάγκη, στα χέρια του κνούτο. Οι Έλληνες του έστρωσαν δάφνες να πατήσει, τον κοίταζαν με μάτια εκστατικά κ’ έβλεπαν πίσω από τους ώμους του το γένος το ξανθό, έβλεπαν στρατούς και στόλους που συντάζουνταν να κινήσουν και να τους παν στην Πόλη. Και μόνο ο Καποδίστριας ανάμεσα σε τόση μέθη παρέμεινε νηφάλιος – γιατί ήξερε το φοβερό μυστικό: πίσω του δεν υπήρχε καμιά μυστηριώδης δύναμη, καμιά Αόρατη Αρχή· η Ελλάδα μονάχα θα σώσει την Ελλάδα. »Σιγά-σιγά οι Έλληνες άρχισαν να μαντεύουν την πικρήν αλήθεια· τα φανταχτερά φτερά που είχαν στολίσει τον Κυβερνήτη άρχισαν να μαδούν. Σκόρπισε η μαγεία. Ξέσπασε η αναρχία. Μονάχα ένας προφήτης θα μπορούσε τότε να κυβερνήσει την Ελλάδα· ένας ένοπλος προφήτης που θα επέβαλλε το σεβασμό και το δέος. Ο Καποδίστριας ήταν άοπλος· φώναξε, φοβέρισε και τέλος, όταν τα ζόρισε πολύ, τα θεριά άνοιξαν το στόμα τους και τον κατάπιαν. »Πέρασαν 115 χρόνια [τότε που γράφτηκε το κείμενο] κι ακόμα δεν μπορούμε να σταθούμε μπρος στην υψηλή αυτή μορφή με δικαιοσύνη. Οι αριστεροί τον κατηγορούν ως τύραννο, οι δεξιοί τον υμνούν ως μεγαλομάρτυρα. Ήταν και τα δυο. Μα απάνω απ’ όλα είχε την ανώτατη τούτη αρετή που τον εξαγιάζει: αγνότητα. Αγνότητα ασκητική, πύρινη.

»Τούτη την υψηλή αγέλαστη αρετή θέλησα να τονίσω στην τραγωδία μου, αναμερίζοντας όλες τις εφήμερες πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες τής εποχής μας. Είδα τον άνθρωπο που στέκεται ορθός, άοπλος μπροστά στο χάος και το κοιτάζει. Και δε γυρίζει πίσω. Το εναντίον, αντρειεύει, ζητάει το αδύνατο. Ποιο αδύνατο; Να βάλει τάξη στο χάος. »Κι όταν κατάλαβε πια πως όσο θα ζούσε, θα ’ταν μονάχα το σύνθημα του εμφύλιου σπαραγμού, τότε τράβηξε σεμνά, αποφασιστικά, χωρίς μεγάλα λόγια, με κάποια μάλιστα ανυπομονησία, προς το θάνατο. Όχι γιατί αγαπούσε το θάνατο, παρά γιατί αγαπούσε την Ελλάδα. [...] »Μηνύματα ήρθαν απανωτά να τον αντισκόψουν απ’ το μοιραίο δρόμο· μα αυτός, ήσυχος, ξέροντας καλά το για πού και το για τί, τράβηξε το αιματωμένο εκείνο πρωί τής 27 Σεπτεμβρίου 1831, κατά την εκκλησία τού Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ανάπλι, και σήκωσε τα χέρια: “Είμαι έτοιμος!”»

(Από το Πρόγραμμα της πρώτης παράστασης του Καποδίστρια από το Εθνικό Θέατρο, 
στις 25 Μαρτίου 1946.)

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ

«Γράφτηκε στο διάστημα Μάη-Ιούνη 1949 με πρωτότυπο τίτλο Το χρυσό μήλο· παίχτηκε απ’ το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά το 1976.

»Ο Κολόμβος ενσαρκώνει τον αρχηγό, το δυνατό και προικισμένο άτομο που με τον εσωτερικό του πλούτο καταφέρνει ν’ αντισταθεί σε κάθε αντικειμενική δυσκολία και να ξεφύγει από κάθε εσωτερική κρίση, πετυχαίνοντας να φτάσει στο τέλος τής αποστολής του. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε το καλογραμμένο αυτό έργο σαν ένα δοκίμιο για την αγωνιστικότητα του ανθρώπου και την αναζήτηση της ελευθερίας.» (Από το άρθρο τού Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)

«Το έργο τού Καζαντζάκη περιλαμβάνει τίτλους αξέχαστους, αληθινά ορόσημα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο κινηματογράφος βρήκε σ’ αυτό καρποφόρα έμπνευση· Αυτός που Πρέπει να Πεθάνει –κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται– και ο Ζορμπάς, Ο Έλληνας σημείωσαν παταγώδη επιτυχία. [...]

»Ο Χριστόφορος Κολόμβος είναι ποίηση, όπως ποίηση είναι κατά βάθος ολόκληρη η παραγωγή τού Κρητικού καλλιτέχνη. Όλα συμβάλλουν στην τοποθέτηση του αναγνώστη σε ένα επίπεδο ποιητικής εξύψωσης που δεν χαμηλώνει ποτέ: η φύση τής υπόθεσης, ο χειρισμός της, η μοντέρνα φόρμα, η κοσμική διάσταση –τρέχουσα και αιώνια–, που φτάνει την τραγωδία. Ο ήρωάς της αναλώνει τη ζωή του σε μια μάχη στην οποία τον σπρώχνει μια εσωτερική φλόγα και φτάνει στο τέλος τον επιδιωκόμενο στόχο, όμως, μαζί μ’ αυτόν πρέπει να δεχτεί το μαρτύριο, τον θρίαμβο της αδικίας.

»Το έργο αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε τον καζαντζακικό άνθρωπο, που μπορεί να οριστεί με τα παρακάτω λόγια, του ίδιου του Κρητικού Δασκάλου: “Πολεμάμε γιατί έτσι μας αρέσει· τραγουδούμε, ακόμα κι αν δεν υπάρχει αυτί να μας ακούσει... Η ουσία τού Θεού μας είναι ο αγώνας”.»

(Από την έκδοση Niko Kazantzakis, Cristóbal Colón: Tragedia en Cuatro Actos
Ediciones Carlos Lohlé, Buenos Aires 1966.)

«Στο θέατρο του Καζαντζάκη, το οποίο οι μελετητές του επίμονα χαρακτηρίζουν ως ποιητικό, ο Χριστόφορος Κολόμβος, το προτελευταίο δραματικό του έργο, γραμμένο το 1949, ενώνει την προσωπικότητα που ξεκίνησε την ιστορία τής Αμερικής μας με την ιδιαίτερη αντίληψή της, όπως την οραματίστηκε ο Έλληνας ποιητής. Η φιγούρα τού Κολόμβου, αναδύεται συναρπαστική, συγκλονιστική, δοσμένη με ορμή φλογερή και οραματιστική σε “μια μεγάλη ιδέα”, που αξίζει το μαρτύριο στο οποίο τον οδηγεί: “να πλατύνει τα σύνορα του κόσμου”.»

(Από την έκδοση Niko Kazantzakis, Cristóbal Colón: Tragedia en Cuatro Actos, Caracas 1982.)

 

«“[...] Ο Κολόμβος ή Το χρυσό μήλο”, σημειώνει ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολωμός (στο Πρόγραμμα του Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου, που ανέβασε το έργο στη σκηνή τον χειμώνα τού 1975), “είναι δράμα – ορθόδοξο δράμα, λιτό, σκληρό, αισχυλικό. Είναι ο μονόλογος ενός ήρωα που κινείται ανάμεσα σε τέσσερα μονάχα ορατά πρόσωπα, μα μέσα σ’ ένα χιλιοπρόσωπο κόσμο από ζωντανά και άψυχα, στεριές και θάλασσες, θεούς και δαίμονες, που πρέπει ο ίδιος με τη λαλιά του και το φως του, να τα στήσει αποκαλυπτικά μπροστά μας. Σαν τον Αισχύλο ο Καζαντζάκης δεν παύει σ’ ολόκληρη τη δραματική του παραγωγή να υψώνει τον εαυτό του θεληματικό ήρωα στο υπέρτατο μαρτύριο της πάλης με τη Θεία Δίκη.”
»“[...] Μέσα στις τέσσερις πράξεις τής τραγωδίας τού Καζαντζάκη”, γράφει ο Θόδωρος Κρητικός (εφημερίδαΕλευθεροτυπία, 21 Ιουλίου 1980), “ο φημισμένος θαλασσοπόρος παρουσιάζεται σαν μια ποιητική ενσάρκωση της κυρίαρχης βούλησης και της κυρίαρχης φαντασίας, σαν μια προμηθεϊκή μορφή ικανή να δημιουργήσει με τη δύναμη της θέλησης και της φαντασίας μια ολόκληρη νέα ήπειρο απ’ το τίποτε. Από τη στιγμή που ο ασήμαντος υφαντής Χριστόφορος Κολόμβος πείθεται πως τον έχει διαλέξει η Θεία Πρόνοια για να μεγαλώσει τα ασφυκτικά σύνορα του παλιού κόσμου και να μεταφέρει πάνω από τα κύματα την πίστη τού Χριστού και την εξουσία τού ισπανικού θρόνου στην άλλη πλευρά τού ωκεανού, τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει. Η προσγειωμένη λογική θα χάσει τα επιχειρήματά της. Τα πρακτικά προβλήματα θα υπερπηδηθούν μ’ ένα τεράστιο σάλτο τής ψυχής... [...]”»

(Από το βιβλίο τής Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη Το Θεατρικό Έργο τού Νίκου Καζαντζάκη
Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα – Γιάννινα 1985, σελ. 97, 98-100.)

ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΓΟΜΟΡΡΑ

«Γράφτηκε τον Ιούνη 1948 στην Αντίμπ τής Γαλλίας, όπου ήταν εγκατεστημένος ο συγγραφέας, μέσα σε δεκατρείς μέρες (άρχισε 6 Ιούνη και τέλειωσε 16 του ίδιου μήνα). Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστίατο καλοκαίρι 1949 και κυκλοφόρησε σε ανάτυπο· το 1954 παίχτηκε στο Μανχάιμ [...].

»Και πάλι το γνωστό θέμα τής εβραϊκής ιστορίας μετασχηματισμένο μάς παρουσιάζει μια απ’ τις τελευταίες θέσεις του αναφορικά με το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Ο Λωτ απελευθερωμένος απ’ την καταπίεση της έννοιας τού Θεού συνειδητοποιεί πως “ο Θεός είναι γιος τού φόβου κι όχι πατέρας του”. Έτσι το πνεύμα του αποδεσμεύεται και κατακτά την ελευθερία στη διάσταση του χώρου και του χρόνου μέσα στην οποία ζει.»

(Από το άρθρο τού Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» 
στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)

 

«Τα Σόδομα και Γόμορρα», γράφει ο Τάσος Λιγνάδης, «είναι μια θεατρική τελετή φιλοσοφικού γένους και λόγου. Μια τραγωδία τής σκέψης, που την κατακυρώνει παραστασιακά η ρώμη τής ποίησής της. Και είναι αυταπόδεικτα ρωμαλέο το κείμενο αυτής της βιβλικής προμήθειας, που αναπαριστάνει την κοσμογονική πάλη τού Εωσφόρου και του Θεού μέσα στο μυαλό τού ανθρώπου. Ένα κείμενο ιδιαίτερα τολμηρό για την εποχή που γράφτηκε, πριν σαράντα περίπου χρόνια [από τότε που γράφτηκε το κείμενο], και ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο στην εποχή μας, όπου ο σοδομισμός είναι η μόνη καταξιωμένη και ελεύθερη γλώσσα ηθικής συνεννοήσεως. Τα Σόδομα και Γόμορρα είναι ένα προφητικό φωτοαντίγραφο μιας εποχής που ήρθε.

»Η αναρχική αισιοδοξία τού μηδενιστικού μηνύματός του είναι μια καζαντζακική προσποίηση ή έστω μια πλάνη ελευθερίας. Σ’ όλο το μήκος τού έργου ελλοχεύει ο πόνος τού ανεπανόρθωτου. Και η αίσθησή του είναι μια δραματική μετάδοση στο θεατή. »Η επιλογή τού έργου αυτού από το Προσκήνιο [ανέβασε την παράσταση τον Σεπτέμβριο τού 1983] αποτελεί και μόνη της μια ευεργετική προσφορά. »Ο κ. Αλέξης Σολομός [σκηνοθέτης τής παράστασης], ένας φανατικός και ριψοκίνδυνος Δήλιος κολυμβητής στο καζαντζακικό θέατρο, πρόσθεσε στο ενεργητικό του ένα ακόμα ανέβασμα του μεγάλου Στοχαστή.»

(Από άρθρο τού Τάσου Λιγνάδη, που παραθέτει η Θεοδώρα Παπαχατζάκη-Κατσαράκη στο βιβλίο της Το Θεατρικό Έργο τού Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα – Γιάννινα 1985, σελ. 86-87.)

 

«[...] Τα θεατρικά τού Καζαντζάκη είναι δραματικά όχι επειδή ήταν άνθρωπος του θεάτρου, αλλ’ επειδή έβλεπε τη ζωή στο σύνολό της από την άποψη του πρωταγωνιστή και του ανταγωνιστή. Ο πρωταγωνιστής ήταν ο ʼνθρωπος, ο ανταγωνιστής ήταν ο Θεός, και όλα του τα βιβλία είναι το πεδίο αυτής τής δραματικής σύγκρουσης μέχρι θανάτου. Το αποτέλεσμα είναι μια βαρβαρική και αισθησιακή αγριότητα που πάντοτε απειλεί να σπάσει τα δεσμά οποιασδήποτε λογοτεχνικής φόρμας επιχειρεί να τη συγκρατήσει, είτε λυρικής, επικής, μυθιστορηματικής, δοκιμιακής, ή δραματικής. Συγκινείται κανείς όχι τόσο από την τεχνική εκλέπτυνση όσο από την πυροτεχνηματική αποκάλυψη, όχι τόσο από τη μετρημένη συνέπεια, όσο από τον συντριπτικό αντίκτυπο.

»Το θέμα τού Σόδομα και Γόμορρα, όπως και το θέμα όλων των μειζόνων έργων τού Καζαντζάκη, είναι ο άγριος αγώνας μέχρι θανάτου μεταξύ Ανθρώπου και Θεού. Αλλά η λέξη “Θεός”, όπως χρησιμοποιείται από τον Καζαντζάκη, κουβαλά διφορούμενη και εναλλασσόμενη σημασία. ʼλλες φορές την υψώνει σαν είδωλο της Χριστιανοσύνης, απλώς, όμως για να τη συνθλίψει καλύτερα. ʼλλες φορές πάλι, τη “γονατίζει” με τη δική του εξελικτική αντίληψη του Θεού ως του élan vital στη Φύση, ως ένα όραμα του πάντοτε προελαύνοντος πνευματικού εξευγενισμού στον άνθρωπο και στη φύση, προς τον οποίον οδεύει ολόκληρο το σύμπαν, και όχι ως ένα στατικό σύμβολο τελειότητος, το οποίο ο άνθρωπος ίσως να φτάσει.

»Στα Σόδομα και Γόμορρα ο πρωταγωνιστής προς τον Θεό ως ανταγωνιστή είναι, αρχικά, ο Λωτ, κι έπειτα ο Πυρομάλλης ʼγγελος, που ο Θεός στέλνει για να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα, αλλ’ ο οποίος ερωτεύεται τη σάρκα, και στο φινάλε ρίχνει το κοντάρι του στον ουρανό ξανά και ξανά. Ιδού ο Προμηθέας για άλλη μια φορά, και ο Εωσφόρος τού Milton, ο επαναστατημένος άγγελος. Ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τον Δία για να βοηθήσει την ανθρωπότητα· ο Θεός δίνει στον Πυρομάλλη ʼγγελο ένα αναμμένο κάρβουνο για να βάλει με αυτό φωτιά στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ο Εωσφόρος αντιτάχθηκε στην τυραννία τού Θεού και εκσφενδονίστηκε κατακέφαλα στην Κόλαση. Και οι τρεις στασιάζουν ενάντια στη δικτατορία τού Θεού, στην ανήλεη αδιαφορία Του προς τη μοίρα τού ανθρώπου.

»Η αγωνία τού Λωτ είναι έντονη. Θέλει μόνο να είναι καλός, να βαδίζει στα μονοπάτια τού Θεού [...], και μαστιγώνει το κορμί του αλύπητα. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο Θεός βάζει τον πειρασμό στον δρόμο του· γιατί πονηρά και άσωτα όνειρα τον τυραννούν τη νύχτα· γιατί, παρά τη θέλησή του, ξυπνά κι ανακαλύπτει πως κοιμήθηκε με τις κόρες του, δυο εντελώς ανήθικα νυμφίδια που είναι μακαρίως βέβαια πως ό,τι είναι σωστό γι’ αυτές πρέπει στα σίγουρα να είναι σωστό και για τον Θεό. »Ο Λωτ οδηγείται στο συμπέρασμα ότ&am

 

Συνέχεια Περιγραφής...

  • Κατηγορία: ΠΟΙΗΣΗ - ΘΕΑΤΡΟ
  • Συντάκτης: Νίκος Καζαντζάκης
  • Βιβλιοδεσία: δερματόδετο
  • Διαστάσεις: 21 εκμ × 14.5 εκμ
  • Σελίδες: 768
  • Τελευταία έκδοση/ανατύπωση: 1998
30,00 €27,00 €
Διαθεσιμότητα  
Copyright 2014 © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ [ΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥ] © All rights reserved